από το μαρουλάκι
Gin Tonic VS Dry Martini
by admin on Nov.18, 2008, under από το μαρουλάκι
(ή Για να συνεχίσουμε το tribute στον Lewis Carroll, “Through the looking glass”)
Εγώ βέβαια, δεν πίνω gin tonic, αλλά μάλλον gin toxic, γιατί κάθε φορά που πηγαίνω στο σπίτι μετά από μια έξοδο με τους φίλους μου που πλακώνουν το τζιν σαν να είναι Gatorade, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά… Βουίζω… Άσε που τελευταία το είχαμε ρίξει στα Dry Martini (stirred, not shaken) και ένιωθα σαν τη Ντένη Μαρκορά (δόλια μάνα νεκρού γιου) που παράγγελνε «Δύο Dry, εσείς τι θα πιείτε;». Ωστόσο, πίνουμε μαρτίνι, μήπως και βρούμε λίγο τα λογικά μας, και μπορέσουμε να ξεδιαλύνουμε αυτό το πυκνό και σκοτεινό μυστήριο γύρω από την υπόθεση: «Σάββατο Βράδυ» (κωδικό όνομα «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή») όταν είμαστε ήδη εκεί και όχι την επομένη που πάμε για καφέ στο “Central” με εφημερίδες από τις οποίες διαβάζουμε μόνο το πρόγραμμα της τηλεόρασης και ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά (Κώστα, αν βάλεις αστεράκια στα ονόματα, θα σε σκίσω, δεν μιλάμε με αστεράκια πια… Είναι μπανάλ). Και λοιπόν, πήρα το Μαρτίνι μου…
Through the looking glass. Μέσα από το μαρτίνι, κάπου γράφει ο αγαπημένος μου συγγραφέας, τα πάντα διαθλώνται σαν μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη. Βρήκα κι εγώ την ησυχία μου. Τα κοράκια λείπουν, κι εγώ ψάχνω στα κουφάρια που μου άφησαν να βρω κάτι χρήσιμο. Όπου υπάρχει πόλεμος, υπάρχει πλούτος. Κρύβεται στις τσέπες των πτωμάτων. Στο ξεπούλημα της πατρικής περιουσίας και της δουλειάς των παιδιών. Κρύβεται στα τυφλά ντουλάπια των σπιτιών, στα συντρίμμια της μνήμης μιας πόλης που δεν υπάρχει πια. Μιας πόλης που είναι η σκιά του εαυτού της.
Τι κι αν κάνεις ανακαίνιση στα παλιά σπίτια της, οι ιδιοκτήτες έφυγαν, ο αρχιτέκτονας μαράζωσε από την παραγνώριση, μπετά και σίδερα στα ψηφιδωτά του Ηρακλείου καρφωμένα, κοιτάνε με τυφλές κορυφές τον ουρανό σαν σκουριασμένα αλεξικέραυνα. Αφότου έγινε ο σεισμός, η παλιά εκκλησία της γειτονιάς έγινε η καινούρια εκκλησία του βουλεβάρτου, την πόρτα της την περνάνε κλέφτες, χαφιέδες και κοστούμια. Η άγνοια καρφώνει πανώ επάνω της, τα παιδιά χαράζουν συνθήματα. Τα κελιά των μοναχών δόθηκαν ανταλλάξιμα και έγιναν πολυκατοικίες αστυφιλικές, συφιλικές, άχρηστες, χωρίς μπαλκόνια, χωρίς παράθυρα, χωρίς αέρα, χωρίς ουρανό. Ποιος τον χρειάζεται; Κανείς δεν κοιτάει ψηλά εδώ πέρα πια. Όλοι μας κοιτάζουμε τα παλιά χαλάσματα. Χαμηλά. Τα πόδια μας. Και την άσφαλτο.
Ίσως έτσι έπρεπε να είναι.
Ίσως στην παλιά πόρτα να πρέπει να χαραχτούν καινούρια αρχικά, καινούρια συνθήματα, καινούριοι στόχοι, ίσως να ήταν γραφτό να γίνει ο σεισμός, να γκρεμιστεί η πόλη, να φύγει η κατάρα από πάνω μας. Να χτίσουμε καινούρια σπίτια. Καινούριες ζωές. Μακριά από το σκούρο παρελθόν, από τα σκοτεινά χαλάσματα που θυμίζουν χαμένες πατρίδες και δόξες που ίσως δεν θα ξαναέρθουν. Ίσως ένας κόσμος που γκρεμίζει, να γκρεμίζει με την ελπίδα να ξεκινήσει από την αρχή. Μια πόλη που απαρνείται τον εαυτό της, να παλεύει στην πραγματικότητα για να τον βρει.
Μπήκα στο αυτοκίνητο. Πήρα τον δρόμο σου και είδα. Στο τέλος της Εθνικής Οδού βρίσκεται αυτό που ψάχναμε από καιρό. Εκεί που αν σηκώσεις λίγο το κεφάλι σου, μπορείς να δεις την άκρη από το κεφάλι της καμηλοπάρδαλης στην Αφρική, την κορφή από έναν κέδρο του Λιβάνου. Εκεί που αν με κοιτάξεις μες στα μάτια, κάτω απ’τον ήλιο, μπορεί να καταλάβεις και τι χρώμα έχουν. Εκεί που αν χαμηλώσεις λίγο το κεφάλι θα βουτήξεις σε αρχαίες πόλεις (ευκαιρία για ληστείες και μπετόβεργες στο κέντρο του Ηρακλείου), θα ταξιδέψεις σε μιαν άλλην εποχή. Καθρεφτίζομαι μέσα στο νερό σαν το Νάρκισσο. Through the looking glass.
Have a nice weekend ή have a nice weak end, έτσι. Χωρίς σημείο στίξης
ΚΟΜΙΛΦΟ
by admin on May.31, 2008, under από το μαρουλάκι
(κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε)
Weird science, funny tech, ξαφνικά μας έκλεισαν στα σπίτια μας. Κλείνουν οι πλατείες, γίνονται πιο μικρές. Μας χαρίζουν wii και playstation, το internet γίνεται πιο γρήγορο, η ζωή μου ρυθμίζεται από τα mhz, τα mbps, το ρεύμα που κόβεται, το ασύρματο που δεν έχει δυνατό σήμα. Έχω και τηλεόραση plasma.
Τα παντζούρια είναι κλειστά, γιατί το φυσικό φως χαλάει την απόδοση και δεν φαίνεται καλά το τελευταίο επεισόδιο του Lost που κατέβασα (μου κατέβασαν), δεν έχει σημασία. Η παραλία ούτως ή άλλως έχει γίνει ένα γιγάντιο τασάκι, η θάλασσα μία απίστευτη θορυβώδης σούπα με ανθρώπινα φασόλια που επιπλέουν, φουσκώνουν και στεγνώνουν τραγικά, με τα μοντέρνα μαγιό τους. Γιατί να πάω; Έχω πλάσμα είπαμε.
Έχω και εσπρεσιέρα, την πήρα 1.500,00€. Κάνει όλους τους καφέδες. Συνδέεται και με το playstation και μπορείς να τη ρυθμίζεις από εκεί. Τέλεια! Αλλιώς δεν θα την έπαιρνα. Σκασίλα μου. Δεν πίνω καφέ. Ποτέ δεν έπινα. Είμαι από τους τύπους που πίνουν νερό και τζίν. Ή ζω ή πεθαίνω να πούμε. Και όταν βγαίνω στο δρόμο, βλέπω σκουπίδια, κακοβαμμένα νύχια και κακοκομμένα μαλλιά. Ακούω και κορναρίσματα που με ενοχλούν πολύ, γιατί έχω κακομάθει με το dolby surround που έχω βάλει σπίτι μου. Γιατί να βγω; Έχω πλάσμα λέμε.
Κάτσε σπίτι, μη βλέπεις ειδήσεις, να βλέπεις μόνο αυτά που θέλω εγώ και να κατεβάζεις τη μουσική που ακούνε οι άλλοι, να βλέπεις σειρές μαζί με όλους, μαζική παραφροσύνη το λένε αυτό (άλλοι το έλεγαν σοσιαλισμό, αλλά εγώ το λέω κοινωνία των τεσσάρων κατηγοριών) και ο διπλανός σου στη διπλανή γειτονιά παίρνει 2 ευρώ το μαρούλι. Αλλά εσένα δεν σε νοιάζει, γιατί εσύ δεν τρως μαρούλι, δεν σου χρειάζεται. Παίρνεις high-tech (weird-tech) βιταμίνες, που παράγει η εταιρεία που είναι χορηγός του Sex and the Village. Όχι τίποτα άλλο, αλλά η θεία μου που μένει στο χωριό, δεν ξέρει όχι τον Manolo Blahnik, αλλά ούτε τον Μακ****** που λέει ο λόγος. Ακούς τι λες; Ακούω τι λέω; Μου φέρνουν και τις βιταμίνες στο σπίτι. Και μαρούλια θα καλλιεργεί η εσπρεσιέρα. Μάλιστα. Νορμάλ. Αγοράζω και Dolce Banana από το ίντερνετ. Και δεν τα φοράω γιατί δεν πάω πουθενά. Άσε που πάχυνα και δεν μου κάνουν. Αλλά είναι πολύ όμορφα αυτά τα ρούχα σε μικρό νούμερο. Τι σημασία έχει που δεν θα τα βάλω; Αφού δεν βγαίνω. Έχω πλάσμα είπαμε. Τα έχω στη ντουλάπα όμως. Είναι δικά μου.
Και η Γη γυρίζει. Οι δρόμοι και οι πλατείες αδειάζουν. Οι κρυφές παραλίες ήταν πάντα τόσο σημαντικές; Τα μπαλκόνια στη γειτονιά μου είναι άδεια, έβαλαν όλοι κλιματιστικά. Με πολλά BTU (ανάθεμα κι αν ξέρω τι είναι τα BTU, πάω στοίχημα την πλάσμα μου ότι και αυτός που μου το πούλησε δεν έχει ξεκάθαρη ιδέα). Κι όμως τα κοτσύφια είναι εκεί, μάχονται τα κοράκια και τις γάτες, πλακώνονται με τα κιρκινέζια για ένα σπόρο που τους πέταξα, τιτιβίζουν, γελάνε, πετάνε, και δεν έγινε και τίποτα.
Πόσες ίντσες είναι η πλάσμα σου; Μα τι βλακεία. Δεν ξέρω να μετρήσω τίποτα σε ίντσες. Ούτε το γραφείο μου. Αλλά η πλάσμα μου είναι μεγάλη.
Σήμερα θα βγω. Δεν ******* και η πλάσμα. Δεν θα την ξανανοίξω όλο το καλοκαίρι.
Θα γίνω ένα φασόλι, και θα στεγνώνω στην καυτή, ελληνική άμμο. Και θα παίζω ρακέτες και βόλλευ. Κομιλφό. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
Οι λύσεις είναι η κύρια αιτία των προβλημάτων. (Sevareid)
by admin on May.02, 2008, under από το μαρουλάκι
Στον Πειραιά, όπου είχα την ευτυχία να περάσω τα 5 υπέροχα φοιτητικά μου χρόνια (μάνα, νοσταλγία…), επέστρεψα στο κολαστήριο του σπιτιού μου μετά το Πάσχα, και ετοιμαζόμουν για την εξεταστική Ιουνίου. Καθάρισα και λίγο, και μια Κυριακή, είπα να καλέσω παρέα, να φάμε μαζί. Φεύγει η παρέα και αρχίζω να πλένω πιάτα. Εκεί που κάθομαι σαν καλό παιδί, με τα παράθυρα ανοιχτά, μπαίνει ένα κατσαρίδι. Ω, ανάθεμάτα, μπορούν να με στείλουν, έτσι; Το φονεύω με μεγάλο πάθος, σαν τον Άη Γιώργη το δρακοντοκτόνο, με τη γνωστή και εγκεκριμένη από την ΕΕ μέθοδο που λέγεται «χημικός πόλεμος (βλ.Τέζα) μετά συμπιέσεως (σφουγγαρίστρα)» και πέφτω για ύπνο. Το πρωί, ξυπνάω, και αρχίζω να πλένω τα πιάτα. Να σημειωθεί ότι στο σπίτι μου στο Μικρολίμανο, δεν έριχνα ούτε κατακάθι του καφέ, ούτε λάδια, για να μη βουλώνει του σιφόνι. Πώς τα κατάφερε και βούλωσε, ακόμη το ψάχνουν οι επιστήμονες στο ΙΤΕ.
Είμαι χωρίς σιφόνι, δεν κατεβαίνει τίποτα, ούτε με τουμποφλό, ούτε με Θεό, ούτε με προσευχές, ούτε με τη βοήθεια του κοινού. Παίρνω την αποφρακτική εταιρεία, και μου λένε ότι θα έρθουν την επομένη. Το πρωί πάω να αλλάξω μία λάμπα, κλείνω την ασφάλεια, την ανοίγω, δεν έχω ρεύμα. Λέω, κάηκε η ασφάλεια. Την αλλάζω. Δεν γίνεται τίποτα. Κόπηκε το ρεύμα. Είχαν έρθει οι τεχνικοί, την ώρα που άλλαζα τη λαμπα, το θυροτηλέφωνό μου δεν λειτουργούσε (δεν το θυμάμαι ποτέ να λειτουργεί, σε σημείο να μου αφιερώνουν το «Έχω μάθει να κοιμάμαι με την πόρτα ανοιχτή») και δεν χτύπησαν κανένα κουδούνι να ρωτήσουν τι γίνεται, ποιος είναι εδώ κλπ, ούτε πήραν κανένα τηλέφωνο. Εγώ όμως νόμιζα ότι είναι διακοπή. Ήρθε όμως το βράδυ. Παίρνω τηλέφωνο μία φίλη μου, πάω και κοιμάμαι εκεί, (κανονικό crash που λένε και στο OC), και την επομένη πάω στη ΔΕΗ και ανακαλύπτω ότι κάποιος καραγκιόζης έστειλε το λογαριασμό σε λαθος διεύθυνση, και είχε μείνει απλήρωτος. Τον πληρώνω, μαζί με το τέλος επανασύνδεσης. Το σιφόνι βουλωμένο. Ρεύμα δεν είχα. Να σημειωθεί, ότι εκείνον τον καιρό, είχε έρθει ένας λογαριασμός ΟΤΕ 210€. Πού θα τα έβρισκα; Και είχε κολλήσει και το κινητό μου, και το μόνο που έκανε ήταν να παίρνει φωτογραφίες και να παίζει ραδιόφωνο. Μόνο κινητό δεν ήταν. Κάποια στιγμή εκέινην την ημέρα, γύρω στο απογευματάκι, με παρέα στο μπαλκόνι να διηγούμαι τα παθήματά μου, χτυπάει το τηλέφωνο, και ακούω μια ανδρική φωνή να λέει: «Η κυρία *****;» «Ναι» απαντάω, «ποιος είστε;». «Σας παίρνουμε από την ΕΥΔΑΠ, σε λίγο δεν θα έχετε ούτε νερό». Τελευταία στιγμή πριν τη λιποθυμία, αναγνώρισα τη φωνή του φίλου μου του Γιάννη…
Εκείνην την εβδομάδα, ήρθε η αποφρακτική και καθάρισε το σιφόνι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ που είχα χωθεί μέσα στο ντουλάπι και ξέπλενα το χάλι που είχαν αφήσει (νά’ναι καλά οι άνθρωποι εκεί που είναι) και τραγουδούσα στο σιφόνι μου: «Χωρίς νερό μπορώ, χωρίς εσένα όχι». Οι αγαπημένοι μου φίλοι, το ίδιο Σάββατο, με πήγαν στον Κιάμο, και το άκουσα live, πρώτο τραπέζι πίστα. Καταραμένο alternative, μόνο η λαϊκή ψυχή δείχνει κατανόηση σε κάτι τέτοιες στιγμές…
Homesick (Parov Stelar)
by admin on Apr.23, 2008, under από το μαρουλάκι
Με ονόματα που με ταξιδεύουν στο χρόνο, λέω πως περνάω τις ημέρες μου. Πόλεις σταματημένες στα ίδια από καιρό, με σκουπίδια και ζωές που στοιβάζονται στις σκοτεινές γωνιές τους. Οι σκονισμένοι στύλοι ρίχνουν θαμπό φως στους δρόμους, φωτίζουν τη διαγράμμιση σε αυτοκίνητα που τρέχουν σαν δαιμονισμένα προς το πουθενά. Λεωφορεία, τραίνα, πλοία και αεροπλάνα, ρουφάνε ασταμάτητα ανθρώπους, για να ξεράσουν δραπέτες στον επόμενο σταθμό.
Θυμάμαι τις ημέρες στο τραίνο. Με το βλέμμα στις ράγες, αντί στα πρόσωπα, καλωδιωμένη, με το βλέμμα στις βιτρίνες, στα σκονισμένα και άτυχα δέντρα της πόλης, παρακολουθώ την κοπέλα απέναντι να φτιάχνει τα μαλλιά της με κινήσεις κουρασμένες. Με τέλειο μανικιούρ. Τι ωφελεί αν έχεις τα χέρια σου λερωμένα από το έγκλημα και τη λάσπη, τη συνείδηση σκοτωμένη από τις τύψεις; Προσπάθησα να δω την πόλη του φωτός, κι εκείνη πολλές φορές προσπάθησε να μου αποκαλυφθεί κάτω από λαμπερά ηλιόθερμα και κεραίες. Κάτω από βουνά καμένα και γκρίζους ουρανούς, έχασα το ιοστεφές μου άστυ. Πέφτει η νύχτα με ένα σώμα βαρύ σαν σύννεφο. Μας σκεπάζει σε έναν ανήσυχο ύπνο.
Οι πόλεις της Κρήτης, Χανιά, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Άγιος, Ιεράπετρα, Σητεία, Κίσσαμος, Χερσόνησος, θαμπή παρηγοριά στο σκοτεινό μου δωμάτιο. Θέλω να φύγω από εδώ. Να χωθώ στο φοινικόδασος και να ψάξω για καβούρια στο ποτάμι κάτω από το σπίτι μου το καλοκαίρι. Να χορέψω στην Ψαρή Φοράδα, να χαζέψω ερείπια που κολυμπούν στα γαλάζια μας νερά. Θέλω να πιω ρακές στο μιτάτο, κοκτέιλ στις παραλίες, να ακούσω τη φωνή του αετού και του ανέμου, να ατενίσω τα μυθικά μου βουνά, σμιλεμένα από εραστές και κατακτητές. Θέλω να ταξιδεύω στα μάτια των ανθρώπων που αγαπώ, και να βρεθώ σε μικρούς καταρράκτες και κάτω από μεγάλα, γέρικα δέντρα, να ακούσω τη μουσική του φωτός ανάμεσα στα πράσινα φύλλα. Θέλω να περπατήσω πλάι στα κρίνα της άμμου στον Τσούτσουρα, να μπορέσω να δω και τα δύο πελάγη ταυτόχρονα στο Λασίθι, να κολυμπήσω στην αρμύρα του Μπάλου, να περάσω το Κουρταλιώτικο με κανό, να καώ περπατώντας στη ροζ άμμο στο Γαϊδουρονήσι, να πετάξω μαζί με τα γεράκια στο φαράγγι. Θέλω ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα. Βουτηγμένο στο αίμα.
Υ.Γ. Σας παρακαλώ μόνο, όταν θα πάτε στον Τσούτσουρα, μην κόψετε τα κρίνα, είναι προστατευόμενο είδος. Ας μην επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας στο Βάι, το Φαράγγι κλπ…
«Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει»
by admin on Apr.01, 2008, under από το μαρουλάκι
(1ος Νόμος του Μέρφυ)
Θα ξεκινήσω την κατηγορία: “Ο νόμος του Μέρφυ του μήνα” με τον εξής νόμο: Η διπλανή ουρά κινείται πάντα πιο γρήγορα. Αν μετακινηθείς σ’ αυτήν, θα κλείσει το ταμείο. (Etorre)
Λοιπόν, (δεν αρχίζουμε ποτέ με «Λοιπόν»), έβρεχε καταρρακτωδώς, και ήμουν στο αυτοκίνητο. Έπρεπε να πάω από τη Βιομηχανική στο κέντρο για δουλειά, δέκα λεπτά δρόμος, υπολόγιζα ότι με τη βροχή θα μου πάρει κανένα τέταρτο με εικοσάλεπτο. Βγαίνω στο δρόμο, και αρχίζει το πάρτυ. Λέω δε, να μην πάω από την Εθνική, γιατί δεν ξέρω ακόμη να οδηγώ καλά, και με συνθήκες κατακλυσμού, δεν ήθελα να βάλω κανένα Χριστιανό (ή και αλλόθρησκο, είμαι μεγάλη καρδιά) σε κίνδυνο. Είχε όμως τόση κίνηση, μόνο η Κιβωτός έλειπε από το δρόμο! Πήγα λοιπόν από την παραλία. Κίνηση και εκεί. Λέω να αλλάξω διαδρομή, να μπω από την πόλη, γιατί θυμήθηκα ότι έπρεπε να πάρω έναν φάκελο, και μπαίνω στην πόλη, αλλά άκρη-άκρη. Πανικοβλήθηκα. Αυτό που είδα, δεν φανταζόμουν ότι μπορεί να συμβεί στο Ηράκλειο. Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα στην Αγίου Μηνά. Έβγαλα χειρόφρενο, και πάρκαρα στη μέση του δρόμου για ένα τέταρτο. Για το φάκελο, ούτε λόγος. Για το Γιόφυρο, ούτε για αστείο. Πήρα τα τηλέφωνά μου να μη με περιμένουν, και περίμενα να περάσει ο χαμός. Αλλά δεν περνούσε τίποτα. Ούτε εγώ.
Μπήκα από τα στενά να βγω στην Πλαστήρα, τι το ήθελα; Ο δρόμος ήταν σαν πίστα στο Nintendo. Level 1 στην Αγιου Μηνά, level 2 στην Πλαστήρα, για να πάω στο γραφείο από εκεί που ήμουν (εδώ και 45 λεπτά να σημειώσω), έπρεπε να περάσω το level 3. Την Τρικούπη. Χειρόφρενο στην Τρικούπη, άλλο ένα εικοσάλεπτο. Όταν έφτασα στο Καπετανάκειο, μετά από μιάμιση ώρα στο δρόμο (Βιομηχανική – Γραφείο είναι 10 λεπτά με κανονική κίνηση, ό,τι διαδρομή και να κάνεις), φρενάρει ο μπροστινός μου απότομα, και δοκιμάζω για πρώτη φορά αν δουλεύει το ABS (δουλεύει). Και αναφωνώ: Μα τι κωλόκαιρος είναι αυτός! Και απαντάω καπάκι : «Δεν είναι κωλόκαιρος, ρινόκερως είναι, ηλίθιε, τον κοιτάς ανάποδα!!!» (Αρκάς, Η ζωή μετά). Και (ευτυχώς) με πιάνουν τα γέλια.
Βάσει ενός ενδιάμεσου νόμου του Μέρφυ, όταν είσαι σε μια ουρά αυτοκινήτων και βλέπεις ότι η διπλανή κινείται γρηγορότερα, όταν αλλάξεις λωριδα, η δική σου κινείτα πιο γρήγορα και αυτή στην οποίαν ήσουν αρχίζει και κινέιται. Το ίδιο και στο σούπερ μάρκετ, που έχεις 10 πράγματα, όταν φτάνεις στο ταμείο εξπρές κλείνουν όλα μαζί, ή μένει ένα στο οποίο θα δουλεύει ο μεγαλύτερος στόκος του κόσμου, η εκδίκηση του Θεού στην ανθρωπότητα και στο μόνο ελεύθερο ταμείο δίπλα σου, υπάρχει ένας τύπος με τρία καρότσια πράγματα (πού θα τα βάλει, τι οδηγεί, τριαξονικό γα** τα πριζουνίκ μου;;; ). Αυτό ακριβώς έπαθα κι εγώ. Όποτε άλλαζα διαδρομή ή λωρίδα, αυτή που επέλεγα ήταν χειρότερη από την προηγούμενη.
Το είχε πει ο Μέρφυ, δεν τον άκουσα: Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά θα πάει. Δεν θα πας στο ραντεβού, δεν θα πάρεις το φάκελο, δεν θα κάνεις δουλειά σήμερα, και θα σου σπάσω και τα νεύρα. Έτσι, επειδή μπορώ. Αφού σκεφτόμουν ότι «κάποιος πρέπει να γελάει πολύ μαζί μου σήμερα», πώς μου ήρθε ο Αρκάς και κατάφερα και γέλασα και μου έφυγε η ένταση, ένας Θεός ξέρει. Ένας μπαγάσας Θεός.
Ωστόσο φθηνά τη γλίτωσα. Μιάμιση ώρα καθυστερηση, χαμένος χρόνος από τη ζωή μου και τις Pure Moments μου, και δεν έκανα και δουλειά είναι μικρή απώλεια. Γιατί θα μπορούσε να είναι και χειρότερα. Όπως λέει ο Τελευταίος Νόμος του Μέρφυ,
«Όταν κάτι μπορούσε να πάει στραβά και τελικά δεν πήγε, στο τέλος θα εύχεσαι να έιχε πάει.»
Οπότε, πάλι καλά…
Never distinguish fact from fiction (Part TOO)
by admin on Mar.23, 2008, under από το μαρουλάκι
(ή “Η Αλίκη στη χώρα των πραγμάτων”, Chapter I: Down the rabbit hole)
Στη χώρα των θαυμάτων έχει ό,τι θελήσεις. Ανθρώπους μεθυσμένους από τα χρώματα της πόλης, ξεγελασμένες χορεύτριες, πλάσματα φτιαγμένα από χαρτί και παρδαλά ουράνια σώματα, ψηλούς νάνους και κοντούς γίγαντες, σφουγγάρια με νερό και ξύδι, ντομάτες με γεύση σοκολάτας, θάλασσες από daiquiri και λίμνες από mojito. Μπορείς να βρεις ακόμη και παραλίες με κόκκινη άμμο, καταρράκτες από τραπουλόχαρτα ή από μελάνι, αθώα πρόσωπα, καταπράσινους φοίνικες και πολύχρωμα σαρκοφάγα πουλιά με παράξενα ράμφη, νησιά που θα ήθελες να πας και πόλεις που έχεις δει στον ύπνο σου. Όταν οι δρόμοι μοιάζουν οικείοι, και τα μεγάλα δέντρα θυμίζουν τις γειτονιές που παίζαμε κρυφτοκυνηγητό, γίνεται πολύ εύκολο να πιστέψεις ότι κι εσύ δεν άλλαξες ποτέ και ότι όλα είναι όπως τα αφήσαμε.
Το μυαλό μας είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε όταν μπαίνουμε σε ένα χώρο, ένα δωμάτιο ή ένα δρόμο, να συλλαμβάνει μόνο το 10% των πληροφοριών που είναι γύρω μας. Είναι σαν να μπαίνεις στην κουζίνα για να πιεις νερό, και να μη βλέπεις ότι τελείωσε το χαρτί κουζίνας. Λαμβάνεις μόνο την πληροφόρηση που θέλεις: ότι τα ποτήρια είναι εκεί, το νερό τρέχει, άντε και ο νεροχύτης είναι στη θέση του. Αλλά ο επόμενος που θα μπει, δεν θα βρει το χαρτί που χρειάζεται. Ε, δεν είναι και ειδυλλιακό… Δεν ζω μόν* μου, και υπάρχουν κάτοικοι που ληστεύουν το παραμύθι μου, χωρίς να σκέφτονται ότι όταν θα μπω εγώ, θα μπεις εσύ στο δωμάτιο που λέγεται Η******* θα ψάχνουμε απελπισμένα για την μαγική πόλη που ονειρευτήκαμε εχθές, και εκείνη θα κρύβεται πίσω από τόνους σκουπιδιών, πίσω από κολώνες στραβές και πλατείες με μάρμαρα.
Φταίει η πόλη που με γεμίζει ενοχές; Ότι δεν αρέσει σε όλους, ότι δεν είναι όμορφη, τα κτίριά της δεν είναι ωραία, οι δρόμοι της είναι γεμάτοι σκουπίδια, οι κάτοικοί της μίζεροι… Σα να μη μοιάζει τίποτα με τη γειτονιά που αγάπησα, ή με τα μαγαζάκια που με πήγαινε η μαμά για να διαλέξει κουμπιά και υφάσματα και ανακατευόμουν με πούλιες και χάντρες και γινόμουν αυτομάτως ξωτικό.
Αναγκάζομαι με τη φαντασία μου να χτίσω μια πόλη που να μπορώ να κατοικήσω. Φταίει το Η******* για αυτό; Μα είναι η χώρα των θαυμάτων, είναι αυτό που θα σου δώσει ό,τι θελήσεις. Είναι εκείνη η χώρα που θα ταξιδεψεις και θα χτίσεις μόνος σου τα σπίτια, θα διαλέξεις τα δέντρα που θα γεμίσουν τους δρόμους, θα φτιάξεις τις μέρες ηλιόλουστες ή συννεφιασμένες, γειτονιές με κοτσύφια που τιτιβίζουν, με μια καμπάνα να χτυπάει το μεσημέρι στο βάθος του ορίζοντα.
Οπότε, μπαίνεις και σε μία πόλη, και βλέπεις μόνο αυτά που θες. Εγώ πεθαίνω να βλέπω τείχη, οικόσημα, παλιά κτίρια που μουρμουρίζουν τις ιστορίες τους στους αιώνες, δρόμους που πέρασαν από κουρσάροι και Σαρακηνοί, μέχρι Άρχοντες και Πρίγκηπες, και ζω στο δικό μου παραμύθι. Γουστάρω δημοκρατικό Ηράκλειο, αναρχικό Ηράκλειο, ας κάνουν όλοι ό,τι θέλουν, είναι μια πόλη που με γεμίζει ελευθερία και με αφήνει να ονειρεύομαι πειρατές και καράβια, δάση από κυπαρίσσια, φεγγαρόλουστες νύχτες και ανθρώπους που χορεύουν. Δεν φταίει η πόλη για τα δικά μου παράπονα, για το ότι είναι άσχημη ή ωραία. Για τα προβλήματά της, για δικά της παράπονα, πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε μέσα μας, στο μικρό χαρακτήρα μας, τις κακές μας συνήθειες, τον στενό μας ορίζοντα, και να δείξουμε λίγο έλεος και αγάπη στο σκηνικό που διαλέξαμε για να ζήσουμε το προσωπικό μας παραμύθι, ταινία, ή όπως θες πες το.
Περνώντας από τους δρόμους τους απόλυτα δικούς μου, αυτούς που παίρνω κάθε βράδυ για να πάω σπίτι μου, σχεδόν πάντα πετυχαίνω το φεγγάρι απέναντί μου. Γεμάτο ή μισό, ξαπλωτό σαν βαρκούλα ή όρθιο σαν πανί, με έκλειψη ή παρέα με τον Άρη, να μου γελάει σαν τη γάτα του Τσεσάιρ. Η αίσθηση ότι ο ουρανός γύρω σου σβήνει, ότι η πόλη χάνεται μέσα στη θάλασσα του ουρανού, ότι το μόνο που υπάρχει είναι αυτό το χαμόγελο στον ουρανό, μπορεί συχνά να είναι απειλητική μέσα στην σκοτεινή της υπόσταση, σκληρή ή ύποπτη. Αλλά τις πιο πολλές φορές είναι η αίσθηση της απόμακρης σιγουριάς, της φοβερής βεβαιότητας, ότι αποτελούμε αναπόσπαστο μέρος αυτού του κόσμου.
Υ.Γ. Δώσε μου τα γυαλιά σου, ίσως καταφέρω να δω μέσα από τα μάτια σου
Υ.Γ.2: Εδώ θα βρείτε το Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, του Lewis Caroll από το Project Gutenberg.
Always distinguish between fact and fiction (Part I)
by admin on Mar.16, 2008, under από το μαρουλάκι
(ή όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός λείπει σε διακοπές)
Είχα μία πολύ πιο βαρετή εισαγωγή αλλά την έσβησα. Λοιπόν, κατ’ευθείαν στο θέμα, γιατί ξυπνάω νωρίς αύριο, και θέλω να κοιμηθώ: Γεγονός είναι ένα συμβάν που δεν έχεις δει στον ύπνο σου, θεωρητικά έχει γίνει σε πραγματικό χώρο και χρόνο και συνήθως συμπεριλαμβάνει και προϋποθέτει ως παρόντα και άλλα πλάσματα τούτης της Γης που την πατούμε. Παράδειγμα: Εχθές μία μύγα μπήκε στο δωμάτιό μου. (ενοχλητική BTW) Το ότι δεν την είδε κανείς άλλος, δεν σημαίνει φυσικά ότι την επινόησα, αφού ήταν εκεί και βούιζε μέσα στο αυτί μου.
Φαντασία: Χώρος που αναπτύσσει το μυαλό για να εκτονώσει φοβίες, πάθη και σοκ που δέχεται, και φυσικά για να διασκεδάσει. Ό,τι συμβαίνει εκεί, συμβαίνει μόνο για το πάσχον υποκείμενο. Παράδειγμα: (τρελαίνομαι να μιλάω με παραδείγματα!) Αυτήν τη στιγμή φαντάζομαι να χώνω τις πατούσες μου στην δροσερή άμμο μιας παραλίας ενώ ο ήλιος βασιλεύει.
Το κενό: Η μύγα ήταν εκεί για εμένα, αλλά κανείς από εσάς δεν το ξέρει, γιατί ήμουν μόν*. Η εμπειρία ήταν απόλυτα προσωπική. Όλοι όσοι διαβάζετε αυτές τις γραμμές όμως, βρίσκεστε αυτήν τη στιγμή στην παραλία με τις πατούσες βουτηγμένες στην άμμο. (Ελπίζω μόνο να είμαστε στην ίδια).
Με δυο λόγια, μια ατομική, προσωπική εμπειρία, μπορεί πολλές φορές να μην είναι πολύ σημαντική (εκτός αν η μύγα αρχίσει να σου σπάει τα νεύρα και σε βγάλει εκτός εαυτού), ακόμη και αν είναι πραγματικό γεγονός. Γιατί δεν ήταν κανείς άλλος εκεί. Αλλά μια φανταστική εμπειρία, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και συλλογική, και πολύ ουσιώδης. Θα ασχοληθώ πρώτα με το δεύτερο τμήμα (το «ουσιώδες»), για να κάνω εντύπωση στο κλείσιμο.
Τα πράγματα τα οποία μας συμβαίνουν στον ύπνο μας ή στη σκέψη μας, είναι πολλές φορές τρομακτικά, ή ελπιδοφόρα, χαριτωμένα ή βλακώδη, αλλά ποτέ δεν είναι «στεγνά». Δημιουργούν εντυπώσεις. Ξυπνάει κανείς και κουβαλάει το χθεσινοβραδινό όνειρο όλη μέρα στο μυαλό του, πολλές φορές χωρίς να το ξέρει, και ορίζει την ημέρα του από αυτό. Αν ξυπνήσω με ένα χαρούμενο όνειρο, όπως ότι κέρδισα το όσκαρ πρώτου ******* ρόλου, θα είμαι όλο χαρές το πρωί, ενώ αν ξυπνήσω με εφιάλτες ότι με κυνηγάνε κάτι ****** αυτονομιστές επειδή εκλεψα κάτι αυγά χελώνας από μια λακούβα γεμάτη διαμάντια, μπορεί να πλακώσω και κανέναν με το «καλημέρα». (Τώρα που το σκέφτομαι, οι εφιάλτες μου είναι πιο ευφάνταστοι από τα όνειρά μου…). Οπότε για εμένα είναι πραγματικό;
Από την άλλη πλευρά, όταν μοιράζεσαι τις σκέψεις σου, τα σχέδιά σου, ή δίνεις μία φανταστική εικόνα στους διπλανούς σου, η φαντασία γίνεται αυτομάτως πραγματικότητα, γιατί συμμετέχουν και κάποιοι άλλοι μαζί σου σε αυτήν. Μπορεί να δουν άλλα στοιχεία από εσένα, αλλά αυτό συμβαίνει ούτως ή άλλως. (Είναι θέμα οπτικής εκ των πραγμάτων.) Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα με την παραλία παραπάνω. Εξαρτάται όμως από εμάς και πόσο αφήνουμε τους άλλους να μπουν στις σκέψεις μας, και από εκείνους για το αν και πόσο θα θέλουν να συμμετέχουν σε αυτές.
Οπότε καταλήγω στο εξής συμπέρασμα: Για να διαχωρίσουμε την πραγματικότητα από τη φαντασία, στα γεγονότα η συμμετοχή είναι υποχρεωτική για τους παρόντες. Στην φαντασία όμως, προαιρετική.
Υ.Γ. Ωστόσο, να έχεις το νου σου. Μπορεί ο Θεός να είναι σε διακοπές όταν εσύ κάνεις σχέδια, αλλά εκεί που είναι, λαμβάνει e-mail…
Pure Moments…
by admin on Mar.11, 2008, under από το μαρουλάκι
Δεν ξέρω αν πρέπει να τρομάζω ή να χαίρομαι, όταν ανακαλύπτω πως ό,τι έψαχνα τόσον καιρό, βρισκόταν προ πολλού μπροστά μου. Είναι ότι είμαι τυφλ* ή ότι απλά οι συγκυρίες λειτουργούν σαν προπέτασμα καπνού και δεν βλέπω μπρος μου; Ασύλληπτες συμπτώσεις, που άλλοι ονομάζουν «κάρμα» (;-)), άλλοι «πεπρωμένο» και άλλοι «συγκυρία» με βάζουν στην απορία. Ήταν όλα εκεί από πριν;
Σκέφτομαι πως ό,τι είναι ευθεία στο χαρτί, δεν είναι ευθεία και στην πραγματικότητα. Ο χρόνος, ο χώρος, οι οδοί που μας φέρνουν πιο κοντά. Στο χαρτί με το χάρακα σε μια επιφάνεια εξ’ορισμού ευθεία, όλα είναι επίπεδα και με πεπερασμένο χώρο, χρώμα και διάρκεια. Τραβάς μια γραμμή, και αν τραβήξεις μια παράλληλη στο άπειρο επίπεδο, δεν θα ενωθεί ποτέ με την πρώτη, και η πρώτη πάντα θα προηγείται της δεύτερης χρονικά. Σε μία σφαίρα όπως η Γη, τα πράγματα είναι αλλιώς από ότι στο υπερβατικό σύμπαν της γραμμικής λογικής μας. Τραβάς μια γραμμή από τον πόλο, και μέχρι τον Ισημερινό η ευθεία έχει γίνει καμπύλη. Στο χρόνο, ίσως να μην υπάρχει καν γραμμή. Ξεκινάω εγώ από την Κουάλα Λαμπούρ, σήμερα, τώρα, κι εσύ από την Αυστραλία πριν 12 ώρες, και μπορούμε να βρεθούμε κάλλιστα στο μαγευτικό κατά τα άλλα Κάιρο για τσάι και συμπάθεια, ενώνοντας καμπύλες γραμμές στο χωροχρόνο, απλά για έναν καπουτσίνο φρέντο σκέτο ή για ένα Gin Tonic. Απλά για να βρεθούμε.
Σε μια παράλογη πόλη που βρεθήκαμε προχθές (θα αρχίσουν πάλι οι κρεμάλες αν βάλω αστεράκια), μέσα στο γλέντι και τον πανικό, βρέθηκαν παλιές φιλίες, παλιές σχέσεις, άνθρωποι με τους οποίους θα μπορούσες να είσαι συμμαθητής στον παιδικό σταθμό και ξαφνικά, μοιάζουν οικεία τα μάτια και οι φωνές, οι κινήσεις και οι συνήθειες. Όλοι κυκλοφορούν σε κατάσταση μέθης αλκοολικής ή μη (κάποιοι μεθάνε και με ανθρακούχο νερό!) και με το γνωστό χαμόγελο τύπου: «Το έχω χάσει αλλά νομίζω μου αρέσει!!!» Είναι κορυφαίες οι στιγμές που βλέπεις ανθρώπους που μέχρι χθες, ε, εντάξει δεν τους είχες και σε μεγάλη υπόληψη, να ανοίγονται σαν να είστε φίλοι από το γυμνάσιο και βρίζατε μαζί για το νομοσχέδιο Αρσένη. Σε ώρες που δεν περιμένεις, εκεί που χάνεις τον κολλητό σου στο πλήθος, και τη φίλη σου στο θόρυβο της γιορτής, εμφανίζεται ένα χέρι βοηθείας από το πουθενά, ένα παλαβό χέρι που καθώς σε χορεύει, σου δείχνει και πώς να πας να βρεις μία πιάτσα ταξί, ένα σαβοντόρ ανοιχτό, ή προς τα πού πήγε το ροζ ντιβιντί που έψαχνες αγωνιωδώς.
Εκεί εμφανίζονται ευκαιρίες για στιγμές που δεν θα είναι ξένες και τις αρπάζεις χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς αντίσταση, χωρίς δυσκολία… Είναι απλά γιατί απλά είναι. Οι συναντήσεις που γίνονται υπ’αυτές τις συνθήκες είναι ίσως που αξίζουν πιο πολύ από όλες. Αυτές που σε γεμίζουν ενθουσιασμό και αθωότητα, αυτές που δίνουν την αίσθηση ότι ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από εσένα. Ότι τέλος πάντων, υπάρχει μια θάλασσα πιο γαλάζια από τις άλλες, μια παραλία που δεν την έχεις σκεφτεί μόνον εσύ αλλά και κάποιος άλλος, μια μελωδία που δεν την άκουσες μόνος. Όμως μη γελαστούμε. Μη φανταστείς ότι η μοίρα σας έφερε κοντά. Δεν είναι το σύμπαν που συνωμοτεί για να τα καταφέρεις. Δεκάρα δεν δίνει το σύμπαν. Άλλη δουλειά δεν είχε να ασχολείται μαζί σου και μαζί μου. Το θέμα είναι αν εσύ μπορείς να φέρεις εσύ το σύμπαν τα πάνω κάτω, να μετατρέψεις τις ευθείες σε καμπύλες και τις καμπύλες σε τεθλασμένες και να ξεπεράσεις το πεπερασμένο του μυαλού σου για να βρεις αυτό που ψάχνεις.
Και όταν το βρεις, θα είσαι σίγουρος, μα οπωσδήποτε σίγουρος ότι όλα ήταν εκεί από πριν. Απλά εμείς ήμασταν τυφλοί…
CITY LOVER
by admin on Mar.04, 2008, under από το μαρουλάκι
Κάθε πόλη που σέβεται τον εαυτό της, οφείλει να έχει εχθρούς και εραστές, απατημένους και χωρισμένους, αλλά και αδιόρθωτα κολλημένους μαζί της. Η καψούρα με μια πόλη είναι μια ηλίθια έννοια που δύσκολα αναλύεται, καθώς άλλοι την πατάνε με μια πόλη εμφανώς τακτοποιημένη, με ίσιους δρόμους και χαριτωμένα κτίρια, μεγάλες πλατείες και ωραία μαγαζιά κάθε τύπου, άλλοι με μια πόλη που τους χαρίζει τη «μεγάλη ζωή», ο καθένας όπως την εννοεί, ή την πατάνε με μια πόλη που μοιάζει με κάτι που έχουν δει στην τηλεόραση.
Ε, εγώ την πάτησα με μια πόλη που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Ή την μισούν, ή την λατρεύουν, κι αυτό γιατί είναι παντελώς ελεύθερη. Περπατάς όπου θες, χτίζεις όπου θες, παρκάρεις όπου θες, πας όπου θες (το αεροδρόμιο είναι διεθνές), όλοι είναι μουρλοί ως επί το πλείστον και επιπλέον, είναι μία πόλη που μπορείς να κρυφτείς. Όταν ο Ναπολέων σχεδίασε το Παρίσι (όχι ο ίδιος, αλλά λέμε τώρα), ζήτησε όλοι οι δρόμοι να οδηγούν στο κέντρο, και οι οδοί να είναι ευθείες ώστε οι εχθροί του, σε περίπτωση που διαδήλωναν, να ήταν αυτομάτως σε πεδίο βολής από τις Βερσαλλίες. Ο Μάο Τσε Τουνγκ έφτιαχνε τις πόλεις τετράγωνα, για να ελέγχει τις μάζες. Μία μεγάλη πλατεία υπάρχει στο Πεκίνο (δεν λέμε ποια, έλεος!), μία επανάσταση έγινε, εκεί έγινε και εκεί καταστάλθηκε.
Στο ******** αυτά δεν είναι δυνατόν να συμβούν. Δεν μπορείς να ξέρεις τι θα σου προκύψει στην επόμενη γωνία. Ποια εικόνα, ποιος γνωστός ή άγνωστος, ποια πρόκληση ή ποια ιστορία προσωπική ή συλλογική. Και δεν μπορεί και ο άλλος που έρχεται από το διπλανό στενό να προβλέψει τι θα του επιφυλάξει αυτός ο λαβύρινθος που όλοι βρίζουν. Κάτσε, ρε φίλε, στο ******* έρχεσαι, πρωτεύουσα του λαβυρίνθου και πειρατικό καταφύγιο, τι περιμένεις να βρεις, μια πόλη-μπακλαβά;;;
Το παράξενο είναι ότι για έναν περίεργο λόγο, κι ενώ όλοι λένε ότι είναι μακράν η πιο άσχημη πόλη στην Ελλάδα (πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω, καθώς όλα τα μέρη του κόσμου έχουν τη γοητεία τους), όταν έρχεται κάποιος να ζήσει εδώ, δύσκολα φεύγει. Όχι επειδή είναι μοδάτο μέρος, ή έχει τα πάντα, ή είναι πανέμορφα, εντάξει, δεν είναι Παρίσι, Νέα Υόρκη ή Βαρκελώνη, αλλά μάλλον, κάτι έχει αυτό το μέρος, κι εμείς δεν την βρίσκουμε μόνο με τζιν και τόνικ, αλλά και με κρασιά, και με ρακές και με την καλύτερη παρέα του κόσμου… (που μπάι δε γουέι, είναι η δική μας!!!)
Η ερώτηση της ημέρας: Ξέρεις Γραμμική Α; Η απάντηση της ημέρας: Έχω πάρει το Basic
by admin on Mar.01, 2008, under από το μαρουλάκι
Ομολογώ ότι η επιλογή μεταξύ Καλομοίρας και Περπινιάδη είναι ένα δίλημμα που δύσκολα μπορεί να ξεπεραστεί, ωστόσο νομίζω ότι επειδή δεν έχω δει κανέναν live δεν μπορώ να έχω αντικειμενική κρίση. Δηλαδή, όπως και να το κάνουμε, ζω για τη στιγμή που θα δω (έστω και στον ύπνο μου) τον Περπινιάδη με μπαλέτο ημίγυμνο και υπόκρουση synth-bouzouki-beat . Τέλος, η Ευρώπη δεν μας ανήκει…. Τι απώλεια…
Αυτολογοκρίνομαι; Ναι, αυτολογοκρίνομαι…
Υ.Γ. People change…
Υ.Γ. 2. Εγώ πάντως λέω να πάμε για ποτάκι σήμερα… Ε;